Χάρης και Ειρήνη. Μια Ιστορία του Πολυτεχνείου. Ένα Αφιέρωμα στον Μίκη.

Enter the rabbit's lair...

~

Βράδυ

Βράδυ Παρασκευής, 16 Νοέμβρη. Ο Χάρης είχε μαζευτεί σε μια σκοτεινή γωνιά του κτιρίου, στο πάτωμα κουλουριασμένος, φοβισμένος. “Όλα θα τελειώσουν σύντομα, σύντομα όλα θα τελειώσουν…”, σιγοψιθύριζε, ξανά και ξανά, προσπαθώντας να καθησυχάσει τον εαυτό του. Έπαιρνε βαθιές ανάσες. Φοιτητές περνούσαν μπροστά του, βιαστικοί, ανάστατοι, έτρεχαν εδώ κι εκεί, σκορπούσαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Οι περισσότεροι κατευθύνονταν έξω. Στις πύλες της κόλασης. Φευγάτοι σαν σκιές, απομεινάρια μιας άλλης εποχής. Τα μάτια τους όμως έλαμπαν, φωτιές μες στο σκοτάδι. Πυγολαμπίδες. Ο Χάρης τους κοιτούσε, εκείνοι όμως δεν του έδιναν καμία σημασία, μονάχα προσπερνούσαν.

Έξω από το κτίριο, προς όλες τις κατευθύνσεις, αντηχούσαν εκκωφαντικές οι φωνές και τα συνθήματα. Όσο κυλούσε το βράδυ γίνονταν όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο επιβλητικά. Τρυπούσαν την ησυχία της βραδινής ώρας, λες και ήθελαν να ανατρέψουν την καθιερωμένη σειρά των πραγμάτων, να διαπεράσουν το σκοτάδι, να κάνουν τη νύχτα μέρα. “Απόψε-Θα Γίνει-Τα-Υ-Λάνδη!”. “Έξι Χρόνια Α-Ρκε-Τά-Δεν Θα-Γί-Νου-Νε Επτά!”. “Νάτο-Σία-Προδοσία!”. “Λαέ-Πολέμα-Σου Πίνουνε Το Αίμα!”. “Δε Σε Θέλει Ο Λαός-Πάρ’Τον Πίθηκο Και Μπρος!”. “Ελλάς-Ελλήνων-Φυλα-Κι-Σμένων!”. “Πότε-Θα Κάνει-Ξά-Στε-Ριά!”. “Εργάτες-Αγρότες-Φοί-Τη-Τες!”.

“ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ-ΕΛΕΥ-ΘΕ-ΡΙΑ!”

Ο Χάρης πεινούσε. Το στομάχι του γουργούριζε. Εδώ και τρεις μέρες λειτουργούσε βέβαια το εστιατόριο στους χώρους του Πολυτεχνείου, ο ίδιος όμως είχε φάει ελάχιστα. Ίσως του έκανε καλό, ποιός ξέρει. Να έχανε κανένα κιλό επιτέλους. Ο Χάρης, βλέπετε, ήταν αρκετά παχουλός. Μικρό οι συμμαθητές του τον αποκαλούσαν ογκόλιθο. Τον έβαζαν πάντα να παίζει τερματοφύλακας, αφενός γιατί δεν μπορούσε να τρέξει όπως οι υπόλοιποι, αφετέρου γιατί ήταν ευκολότερο να προσκρούσει πάνω του η μπάλα του αντιπάλου και να την αποκρούσει, από τον όγκο του και μόνο. Η αλήθεια να λέγεται, είχε αποτρέψει πολλά γκολ με την κοιλιά του.

Του έλειπε το σπίτι του. Πόσο θα ανησυχούσαν οι γονείς του, τρεις μέρες και εκείνος να μην έχει δώσει κάποιο σημάδι ζωής! Να μην γνωρίζουν καν που βρίσκεται. Που να ήξεραν πως είναι κι αυτός ένας από τους τόσους που εισχώρησαν στο Πολυτεχνείο την Τετάρτη το μεσημέρι, καταμεσής του κύματος ενθουσιασμού που τους κατέλαβε. “Όλοι στο Πολυτεχνείο!”. “Κατάληψη, πάμε!”. “Θα γίνει επανάσταση!”. Αυθόρμητα, ξεχύθηκαν κατά ομάδες, εκατοντάδες κι εκατοντάδες φοιτητές, από διάφορες σχολές και κατευθύνσεις, η φωτιά της εξέγερσης να τους διαπερνά. Υπήρξε ένας απ’ αυτούς. Δεν υπήρχε πλάνο, δεν υπήρχε πρόγραμμα ή καθοδήγηση από κάποιο κόμμα – οι παρατάξεις ήρθαν μετά. Δεν ήξερε καν πως είχε γίνει η αρχή, σχεδόν δε θυμόταν πως είχε βρεθεί ανάμεσα τους.

Ειρήνη

Θυμήθηκε τον φίλο του, τον Κώστα, πως τον είχε πιάσει από το μπράτσο, πως του έλεγε χαρούμενος: “Έλα Χάρη, πάμε στο Πολυτεχνείο!”. Ήξερε τότε πως το επιθυμούσε και κείνος. Ο ενθουσιασμός πετάριζε στα βλέμματα όλων τους. Τα πουλιά είχαν ανοίξει το κλουβί. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια έβλεπε να ξετυλίγεται γύρω του κάτι γνήσια ομαδικό, για πρώτη φορά αντίκριζε τέτοιο πλήθος κόσμου μαζεμένο στο ίδιο μέρος. Ήταν παράνομο, βλέπετε, να συνασπίζονται ομάδες πολλών ατόμων σε εξωτερικούς χώρους, και ο Χάρης είχε να δει κάτι αντίστοιχο από τα 13 του.

Και φυσικά ήταν και η Ειρήνη. Ο Χάρης την έφερε ξανά στο νου του και ένιωσε ένα θερμό κύμα να διαπερνά τη σκέψη και το σώμα του. Η Ειρήνη! Να είχε κάνει όλα αυτά μόνο για κείνην άραγε? Για να δει η ίδια πως είναι κι αυτός ανάμεσα τους? Πως είναι κι αυτός ένας από τους φοιτητές που αντιστέκονται? Θε μου, σκέφτηκε ο Χάρης, ενώ τα συνθήματα απ’ έξω διαπερνούσαν τα αυτιά του. Θε μου, ας έχει καλή κατάληξη όλο αυτό… Mια μέρα θα τα σκέφτομαι και θα γελάω.

Η Ειρήνη ήταν μία από τις ομορφότερες κοπέλες που είχε αντικρίσει ποτέ του. Την παρατηρούσε συχνά στις παραδόσεις των μαθημάτων, χάζευε τα ατίθασα σγουρά μαλλιά της, μαλλιά στο χρώμα της φωτιάς. Τα μάτια της ήταν τα πιο υπέροχα μάτια που είχε δει ποτέ του σε άνθρωπο. Βαθιά σαν θάλασσες, κάπως έτσι φάνταζαν πίσω από τα χαρακτηριστικά γυαλιά που φορούσε. Πόσο της πήγαιναν εκείνα τα γυαλιά! Όσο αφορά το χαμόγελο της, εκείνο ήταν ικανό να αναστήσει και νεκρούς, έτσι σκεφτόταν. Έπιανε επίσης τον εαυτό του να σκέφτεται με ένοχη απόλαυση το βαθύ της ντεκολτέ και τα υπέροχα της πόδια. Καναδυο φορές είχε τύχει να μιλήσουν οι δυο τους ανάμεσα στα μαθήματα, για λίγο έστω, και άρχιζε να χάνει τα λόγια του και να λέει ασυναρτησίες – ή τουλάχιστον εκείνο νόμιζε μετά, ντροπιασμένος για την μόνιμη αμηχανία του. Πάντα εκ των υστέρων του έρχονταν ορισμένες έξυπνες ατάκες, που θα μπορούσε να είχε πει μπροστά της, μπας και την εντυπωσιάσει. Πάντα εκ των υστέρων.

Ήταν σφοδρά ερωτευμένος μαζί της. Κανείς δεν το ξερε, μα είχε χαράξει το όνομα της σε άφθονους κορμούς δέντρων, σε πάρκα και γύρω από τον χώρο της σχολής. Από κάτω έγραφε και από έναν στίχο από κάποιο τραγούδι, διαφορετικό κάθε φορά. Το όνομα του δεν το έγραφε πουθενά. Μόνο το δικό της. Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη…

Και ήταν και κείνη ανάμεσα τους, το μεσημέρι εκείνο της Τετάρτης, τότε που είχαν πει όλοι μαζί: “πάμε στο Πολυτεχνείο, όλοι στο Πολυτεχνείο!”. Και είδε την Ειρήνη, παρέα με τις φίλες της μέσα στο πλήθος των φοιτητών, να εξορμούν χαρούμενες προς την Πατησίων. Και ο Χάρης ήξερε πως έπρεπε να βρίσκεται κι αυτός ανάμεσα τους. Έπρεπε να είναι κι αυτός εκεί. Κοντά της.

Μεταξύ μας, ο Χάρης δεν θεωρούσε ρεαλιστικά εφικτό το ενδεχόμενο να κέρδιζε μια κοπέλα σαν αυτή. Το φανταζόταν, μα δεν έκανε κάτι ουσιαστικά γι’ αυτό. Δεν ήταν παρά ένας χοντρός, ατσούμπαλος τύπος, σε τελική ανάλυση. Του οποίου η μοναδική του ως τώρα ερωτική εμπειρία με γυναίκα ήταν ένα φιλί στο στόμα που του είχε δώσει κάποτε, σ’ ένα εφηβικό πάρτυ, μια χλωμή κοπέλα με μεγάλα δόντια. Ένα πεταχτό, γρήγορο φιλί, στα πλαίσια ενός χαζού παιχνιδιού. Ωστόσο την Τετάρτη τον είχε καταλάβει ο ενθουσιασμός και πήγε κι αυτός μαζί με τους υπόλοιπους φοιτητές στο Πολυτεχνείο. Ενθουσιασμός, καθώς και εκείνη η μυστήρια αίσθηση πως “τώρα γράφεται ιστορία”.

Κρότοι Στο Σκοτάδι

Δύο μέρες μετά, και ο Χάρης στεκόταν κουλουριασμένος στο σκοτάδι, ενώ γύρω του αντηχούσαν οι φωνές του κόσμου. Ολομόναχος, αν και περιβαλλόταν από πλήθος. Οι δύο-τρεις γνωστοί του, και ο φίλος του ο Κώστας, άφαντοι. Η Ειρήνη…. που να βρίσκεται η Ειρήνη. Όχι πως έχει μεγάλη σημασία. Πιθανό σε λίγες ώρες να είναι όλοι τους νεκροί.

Είχε φτάσει στα χέρια του μια χθεσινή εφημερίδα, στην οποία ο υπουργός Παιδείας, ο Σιφναίος, έκανε τις ακόλουθες δηλώσεις: “Από τις χθες ομάδες συγκεντρωθείσαι εις τους χώρους του Ε.Μ. Πολυτεχνείου και προ αυτού, αποτελούμενοι κατά το πλείστον από φοιτητάς συρρεύσαντες εκ διαφόρων Σχολών, παρέχουν ομολογουμένως άκοσμον θέαμα, θορυβούσαι και παρεμποδίζουσαι την κυκλοφορίαν πεζών και τροχοφόρων. Η Κυβέρνησις, αφετέρου, ουδεμίαν έχει ψευδαίσθησιν ως προς τον πράγματι επιδιωκόμενον υπό των θορυβούντων σκοπών, γνωρίζει δε εξ ίσου καλώς ότι ούτοι, ανερχόμενοι εις ολίγας εκατοντάδας, δεν εκπροσωπούν αληθώς τον φοιτητικόν κόσμον… Άλλωστε από της χθες, και αφ’ ης εξεδηλώθησαν τα επεισόδια εν τω Πολυτεχνείω, η τηρούσα την τάξιν δύναμις απέφευγεν οιανδήποτε ανάμειξιν, παρά τα προκλήσεις, εκρατήθη δε επιδεικτικώς εις σεβαστήν απόστασιν από τους χώρους, μεριμνώσα απλώς δια την πρόληψιν πάσης τυχόν εκτροπής εις βάρος των φιλήσυχων πολιτών…”

Ολίγες εκατοντάδες λοιπόν? Και το πλήθος του κόσμου που είχε συρρεύσει μαζικά, από χθες και συνέχιζε να έρχεται? Όχι μόνο φοιτητές, μα και εργάτες, οικοδόμοι, αγρότες, μαθητές, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και άφθονοι πολίτες, που μαζεύονταν έξω και γύρω από το Πολυτεχνείο, ώρα με την ώρα, κατά χιλιάδες, ενώνοντας τη φωνή τους με εκείνη των φοιτητών… Ο Χάρης δεν μπορούσε να τους δει, μπορούσε όμως να τους ακούσει. Κάθε λεπτό και η φωνή του κόσμου αντηχούσε όλο και δυνατότερα. Ποιός ξέρει, ίσως η εξέγερση να έχει απλωθεί σε όλη την Αθήνα, σκέφτηκε. Σε όλη την Ελλάδα! Ίσως τα ειδησεογραφικά πρακτορεία όλου του κόσμου να μιλάνε τώρα για μας! Λες να δω τον εαυτό μου πρωτοσέλιδο σε κάποια εφημερίδα?

Από έξω αντήχησε ένας κρότος. Για μια στιγμή ησυχία, ανάσες κρατημένες, και μετά τα συνθήματα ακούστηκαν ξανά, δυνατότερα από ποτέ. Ένιωσε τον χτύπο της καρδιάς του. Τουμ τουμ, τουμ τουμ. Σαν ταμπούρλο που καλεί στην μάχη τους πολεμιστές. Γύρω του φοιτητές έτρεχαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Ίσως κάποιους τους γνώριζε, μα μέσα στο σκοτάδι δε διέκρινε τα χαρακτηριστικά τους. Κάποιοι κρατούσαν πανό, άλλοι είχαν βγάλει τα πουκάμισα και τα είχαν τυλίξει γύρω από το πρόσωπο τους. Φώναζαν, μα δεν άκουγε τι έλεγαν. Μόνος έστεκε εκεί, στην γωνία. Σε λίγη ώρα ίσως όλα να έχουν τελειώσει.

Ο νους του ταξίδεψε ξανά. Από μικρός κατέφευγε συχνά στο καταφύγιο της φαντασίας του, όταν η πραγματικότητα γύρω του τον απογοήτευε. Τον γοήτευαν τα βιβλία με εξωτικές περιπέτειες, είχε μια βιβλιοθήκη γεμάτη απ’ αυτά. Τα μοιραζόταν με την μικρή του αδερφή, την Χριστίνα. 10 χρονών, η καλύτερη του φίλη. Η μόνη που τον καταλάβαινε. Αδερφούλα μου, θα σε ξαναδώ άραγε? Ο νους του πήγε πίσω μια βδομάδα πριν…

Οικογενειακό Γεύμα

Κυριακή, μια ηλιόλουστη μέρα. Ήταν η ώρα για το μεσημεριανό γεύμα. Η μητέρα του είχε αρχίσει να σερβίρει και είχαν κάτσει στο τραπέζι. Ο Χάρης, η Χριστίνα, η μητέρα, ο πατέρας τους. Από το ραδιόφωνο ακούγονταν κάποιες απαλές, ταξιδιάρικες μελωδίες.

“Ναιιι, κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο!”, έκανε ενθουσιασμένη η Χριστίνα μόλις έβγαλε η μητέρα το ταψί από τον φούρνο.

Ο Χάρης την τσίμπησε με την άκρη του πιρουνιού του. “Εγώ θα πάρω το μπούτι”, της είπε χαμογελαστός.

“Μωρέ, τι μας λες? Δικό μου είναι το μπούτι, δε γίνεται να μας παίρνεις τα καλύτερα συνέχεια εσύ!”, είπε η Χριστίνα και τον κάρφωσε με το ζωηρό, πανέξυπνο βλέμμα της. “Μαμά, πες κάτι!”

Η μητέρα είχε εκείνο το χαρακτηριστικό της, μελαγχολικό χαμόγελο, ζωγραφισμένο πάνω της. “Χάρη, ο πατέρας σου θα ήθελε κάτι να σου πει”, έκανε, κοιτάζοντας με νόημα.

Ο Χάρης κοκάλωσε. Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη του. Κοίταξε τον πατέρα του, απέναντι. Καθόταν με το σώμα του σε ορθή γωνία, χωρίς να καμπουριάζει. Έτρωγε με σιγανές, κοφτές, καλά μελετημένες μπουκιές, απέφευγε συνειδητά να κάνει θόρυβο. Κάθε φορά που ο πατέρας του “ήθελε κάτι να του πει” ο Χάρης ήξερε πως επρόκειτο για κάτι αρνητικό. Σπάνια συζητούσαν μεταξύ τους, και τις λίγες φορές που γινόταν αυτό, ήταν για να του κάνει κάποια παρατήρηση. Και ήταν το κύρος του πατέρα του τέτοιο, που ο Χάρης αδυνατούσε να του πάει κόντρα, μονάχα σκυφτός δεχόταν πάντα κάθε του υπόδειξη.

Συχνά τον επέπληττε για το βάρος του. Του έλεγε πως οφείλει να τρώει λιγότερο, να αποκτήσει περισσότερο κόσμια συμπεριφορά στο τραπέζι, να σέβεται τους παρευρισκομένους και να μην πέφτει με τα μούτρα στο πιάτο. Μάλλον θα του υποδείκνυε κάτι αντίστοιχο τώρα. Ο Χάρης ήξερε πως είναι χοντρός. Μα δεν μπορούσε να το ελέγξει. Ήταν έτσι από μικρός. Κάποιος του είχε πει πως φταίνε οι ορμόνες. Δεν έτρωγε πολύ σε γενικές γραμμές, ή δεν έτρωγε περισσότερο σε σχέση με τον κόσμο γύρω του. Ωστόσο οι άλλοι ήταν αδύνατοι, και εκείνος ήταν χοντρός. Το βαρύ πυροβολικό, όπως τον έλεγαν. Ο ογκόλιθος. Τι μπορούσε να κάνει γι’ αυτό? Κάποιες δίαιτες που είχε αποπειραθεί να κάνει παλιά απέτυχαν. Του ήταν επώδυνο να ακούει τον ίδιο του τον πατέρα να τον κατηγορεί για το βάρος του, λες και ήταν κάτι που επέλεξε ο ίδιος να του συμβεί.

Ο πατέρας του έκοψε το κομματάκι από το κρέας, σε τέλεια ποσότητα, τόση όση χρειάζεται για να γίνει σωστή η κατάποση, όπως έλεγε κατά καιρούς. Το φαγητό πρέπει να μασιέται σε σωστές ποσότητες και για τον σωστό χρόνο, αλλιώς μπορεί να προκύψουν στομαχικές διαταραχές, τόνιζε. Άνοιξε ελαφρώς το στόμα, έβαλε μέσα το άψογα κομμένο κομμάτι από κρέας, και το μάσησε καλά καλά. Πρόσεχε να διατηρεί κλειστή τη στοματική του κοιλότητα όση ώρα μασούσε – δεν ήταν πρέπον να τρώει με το στόμα ανοιχτό. Όση ώρα μασουλούσε το κρέας επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Η οικογένεια περίμεναν όλοι να τελειώσει τη μπουκιά του. Ο Χάρης ένιωθε λες και ένα γκρίζο σύννεφο έχει καλύψει τον ήλιο. Το ραδιόφωνο έπαιζε ένα παλιό τραγούδι που μιλούσε για ένα “καράβι με πανιά, λευκά σαν την αγάπη μου”. Η Χριστίνα περίμενε και κείνη, σιωπηλή, κατανοώντας πως θα ακολουθήσει κάτι δυσάρεστο.

Ο πατέρας κατάπιε τη μπουκιά. Με τέλεια αξιοπρέπεια άπλωσε το χέρι, τίναξε τα δάχτυλα, και έπιασε την χαρτοπετσέτα από το πλάι. Την έφερε με μετρημένες κινήσεις κοντά στα χείλια του και σκουπίστηκε διακριτικά. Αφού σκουπίστηκε καλά καλά, δίπλωσε την χαρτοπετσέτα στα τέσσερα και την άφησε πάνω στο τραπέζι. Έπιασε το ποτήρι με το κρασί, το έφερε κοντά του, το εισέπνευσε, και ήπιε μια γουλιά. Σιωπή παντού γύρω. Ο Χάρης ένιωσε τα χέρια του να ιδρώνουν. Μίλα, πανάθεμα σε!

Ο πατέρας μίλησε: “Χάρη, πρέπει να συζητήσουμε για το μέλλον σου. Είμαι πολύ προβληματισμένος για σένα και φοβούμαι πως δεν αντιμετωπίζεις την κατάσταση με την πρέπουσα σοβαρότητα.”

Όχι… Όχι αυτό, σκέφτηκε αποκαρδιωμένος ο Χάρης. Οτιδήποτε, μα όχι αυτό…

“Καθυστερείς να τελειώσεις τις σπουδές σου και νομίζω συχνάζεις με κακές παρέες. Προχθές είδα στο δωμάτιο σου πως κάνεις συλλογή από βιβλία και δίσκους που θα προτιμούσα να μην υπάρχουν σε αυτό το σπίτι. Δεν συνάδουν με τις αρχές μας σαν οικογένεια και στις μέρες μας μπορεί να μας οδηγήσουν όλους σε μπελάδες. Ανησυχώ για σένα. Κάποιες ώρες σκέφτομαι πως έχεις παραμελήσει τις υποχρεώσεις σου και έχεις αφεθεί σε λανθασμένα μονοπάτια. Και αυτό δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο”.

Η μητέρα του είχε το βλέμμα χαμηλωμένο. Έτρωγε σιωπηλή. Η Χριστίνα έκανε το ίδιο. Ο Χάρης δεν είχε φάει μπουκιά. Κοιτούσε κάτω, ντροπιασμένος. Ένιωθε τον θυμό να τον κατακλύζει, ταυτόχρονα όμως δεν τολμούσε να πάει κόντρα στον πατέρα του – τόσο τον φοβόταν. Μα να ψάχνει στο ίδιο του το δωμάτιο? “Πατέρα, μου επιτρέπεις να αποσυρθώ?”, ρώτησε, μην αντέχοντας άλλο την ανάκριση.

Ο πατέρας του τον κάρφωσε με το βλέμμα του. “Θα κάτσεις εδώ νεαρέ και θα με ακούσεις μέχρι τέλους. Κατάλαβες?”. Τα μάτια του πέταξαν σπίθες. Ο Χάρης κοκάλωσε.

“Εγώ μεγάλωσα σε οικογένεια με αρχές”, είπε ο πατέρας, ενώ έκοβε ένα ακόμα κομμάτι από το κρέας. Τσικ, τσικ, έκανε το πιρούνι, κριιιτς, για λίγο έξυσε το πιάτο. Άνοιξε το στόμα, μασούλησε το κρέας. Το κατάπιε. Ξερόβηξε σιγανά. Μίλησε πάλι. “Είχαμε μάθει να σεβόμαστε τους ανωτέρους μας, σε σπίτι, σπουδές, εργασία, και ασπαζόμασταν τις συμβουλές τους. Γιατί ξέραμε πως είναι πάντα για το καλό μας. Αγαπούσαμε την τάξη, το ήθος, τους ευπρεπείς τρόπους. Τιμούσαμε την παράδοση, τη συνέχιση της οικογένειας και του γένους. Είχαμε αξίες.”

“Και γω έχω αξι-“, διέκοψε ο Χάρης, μα ο πατέρας του τον πρόλαβε.

“ΣΚΑΣΜΟΣ!”, βροντοφώναξε, χτυπώντας με θόρυβο το ποτήρι στο τραπέζι.

Κοκάλωσαν οι πάντες. “Ορίστε τρόποι, να μιλάει ο πατέρας του και συ να τον διακόπτεις! Δε ντρέπεσαι!”. Ο πατέρας είχε κοκκινήσει. Ανάσαινε βαριά. Μια φλέβα ξεπετάχτηκε στον λαιμό του. Η μητέρα τον έπιασε από το μπράτσο. “Το παιδί δεν εννοούσε…”. Εκείνος την έκανε απότομα πέρα. “Ξέρω πολύ καλά τι εννοούσε! Ορίστε που κατάντησε ο ανεπρόκοπος γιός σου! Ένας χοντρομπαλάς χαραμοφάης! Ένας αντάρτης!”.

Ο Χάρης ένιωθε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Έτρεμε. Δεν τολμούσε να σηκώσει το βλέμμα του. Πόσο θα ήθελε να βρίσκεται αλλού αυτή τη στιγμή, κάπου μακριά, πολύ μακριά!

“Με την μητέρα σου συζητήσαμε το θέμα τις προάλλες. Αποφασίσαμε, με το πέρας των τωρινών σπουδών σου, να σε γράψουμε σε μια στρατιωτική σχολή. Είναι από τις καλύτερες της χώρας και θα σε χαλυβδώσει. Γιατί σου λείπει το ήθος νεαρέ. Σου λείπουν οι σωστές αξίες και δεν έχεις προσανατολισμό στη ζωή σου. Η σχολή θα λειτουργήσει σαν το σφυρί και το αμόνι στη φωτιά, θα κατορθώσει να σε κάνει σιδερένιο, ατόφιο, να αποβάλλει από πάνω σου όλην αυτήν την μαλθακότητα, όλο το περίσσιο λίπος. Το λίπος στο κορμί και το λίπος στο μυαλό σου.”

Ο Χάρης έβραζε. Έτρεμε.

“Και μετά τη σχολή σου έχουμε μια καλή θέση στο γραφείο, σε διοικητικό απόσπασμα μάλιστα. Θα γίνεις και συ ένα αξιοσέβαστο μέλος και θα τιμήσεις το όνομα της οικογενείας μας, όπως δεν έκανες μέχρι σήμερα. Τέλος, θα χρειαστεί να πετάξεις ένα μέρος από τους δίσκους και τα βιβλία σου. Η σκέψη και μόνο πως θα μπορούσαμε να στιγματιστούμε σαν οικογένεια, αν μαθευτεί παραέξω πως κάνεις συλλογή από τέτοια πράγματα, η σκέψη και μόνο με εξοργίζει. Όχι, δεν ανέχομαι ο γιός μου να είναι ένας αλήτης. Γιατί στην κοινωνία υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Εκείνοι που σέβονται τα πεπραγμένα και λένε ευχαριστώ. Και οι υπόλοιποι. Οι αλήτες. Τα σιχάματα. Εκείνοι που διαμαρτύρονται. Εκείνοι που λένε σε όλα όχι. Και ο γιός μου, ο γιος μου…. δεν ανέχομαι να είναι ανάμεσα τους!”.

Ο Χάρης δεν άκουσε περισσότερα. Πετάχτηκε από την καρέκλα, ξεχύθηκε προς το δωμάτιο του, προσπαθώντας να συγκρατήσει την οργή που τον κατέκλυζε. Οργή και απελπισία. Ο πατέρας του από μέσα φώναζε, μα δεν μπορούσε να διακρίνει τα λόγια του. Δεν ήθελε να ακούσει άλλο. Όχι άλλο, φτάνει… Η φωνή της μητέρας του κάτι προσπαθούσε να πει, σε καθησυχαστικό, θλιμμένο τόνο, μα ο Χάρης δεν άκουγε. Δεν άκουγε τίποτα πια, μόνο ένα αδιάκοπο βουητό. Έναν ασταμάτητο θόρυβο, σαν ήχο από κανόνια. Κανόνια στην καρδιά του, πολυβόλα στην ψυχή του. Μπαμ, μπουμ! Κανόνια και κρότοι, απανωτές εκρήξεις. Μπαμ, μπουμ!

Εξέγερση

Και τότε ακούστηκε ο δυνατότερος κρότος απ’ όλους. ΜΠΑΑΑΑΑΜ! Ο Χάρης τινάχτηκε. Γύρω του σκοτάδι και φωτιές, καπνοί παντού, έξω θόρυβος, φωνές, ποδοβολητά. Ο καπνός μπήκε στα πνευμόνια του, άρχισε να βήχει. Τα μάτια του έτσουξαν φριχτά. Η ώρα ήταν περασμένες 2, ξημερώματα Σαββάτου. 17 Νοέμβρη. Ο Χάρης σηκώθηκε από τη γωνία, ιδρωμένος, ενώ η καρδιά του χτυπούσε ασταμάτητα. Κάποιοι φοιτητές πέρασαν από μπροστά του, με τις μπλούζες τυλιγμένες γύρω από τα πρόσωπα τους.

“Τα τανκς έριξαν την πύλη, τα τανκς έριξαν την πύλη!”, φώναζαν.

Μέσα στον πανικό, ο Χάρης βγήκε έξω, στην αυλή. Η μυρωδιά από τα δακρυγόνα τον διαπέρασε, άρχισε να βήχει και να δακρύζει ασταμάτητα. Ένιωθε πως θα πνιγεί. Ω θεε μου, είναι ανυπόφορο! Δεν ήξερε που να πάει, πανικόβλητος κοιτούσε γύρω του, στο πλήθος, ψάχνοντας κάποια σημεία αναφοράς. Καπνοί παντού. Κόσμος έτρεχε. Η πύλη του Πολυτεχνείου είχε γκρεμιστεί και διέκρινε με τρόμο τις ερπύστριες του τεθωρακισμένου. Ακούστηκαν πυροβολισμοί. Από τα μπαλκόνια στις πολυκατοικίες γύρω οι πολίτες είχαν βγάλει λάστιχα και έριχναν νερό στο πλήθος των φοιτητών, για να μη πνιγούν απ’ τους καπνούς.

Ο Χάρης, πανικόβλητος, ένιωσε ένα χέρι στο πλευρό του. “Να, πάρε αυτό!”, και ένας φοιτητής του έδωσε μια βρεγμένη πετσέτα. “Τύλιξε τη γύρω απ’ το πρόσωπο σου!”, είπε και έφυγε, χάθηκε μέσα στους καπνούς, μια άγνωστη φιγούρα. Να λοιπόν που δεν ήταν μόνος του.

Τύλιξε την πετσέτα πάνω του και μεμιάς ένιωσε μια κάποια ανακούφιση. Δεν ήξερε τι να κάνει, δεν ήξερε που να πάει. Κοιτούσε με αγωνία. Γύρω του πλήθος κόσμου εξαπέλυε συνθήματα, όλο και πιο δυνατά, ενώ άλλοι είχαν έρθει τα χέρια με αστυνομικούς που είχαν περάσει μέσα στο Πολυτεχνείο και βαρούσαν στο ψαχνό. “Οι λοκατζήδες μπήκαν μέσα, προσοχή παιδιά!”, φώναζαν κάποιοι. Κρότοι γύρω τους, εκρήξεις. Οδοφράγματα. Κάποιοι έκλαιγαν. “Όλα τέλειωσαν, όλα χάθηκαν!”, άκουσε τη σπαρακτική φωνή μιας φοιτήτριας που περνούσε δίπλα του. Σύντομα χάθηκε και κείνη, σα να την κατάπιε το σκοτάδι. Την θέση της πήραν άλλοι, κι άλλοι, κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, ανώνυμος κόσμος με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα του. Ο Χάρης ένιωθε πως έβλεπε τον εαυτό του σε πολλαπλές παραλλαγές.

Και ο ραδιοφωνικός σταθμός του Πολυτεχνείου να αντηχεί απ’ τα μεγάφωνα: “Φαντάροι είμαστε αδέρφια σας! Είμαστε άοπλοι, το μόνο όπλο μας είναι η αγάπη για την λευτεριά! Έλληνες, Έλληνες, συμπαρασταθείτε…”

Ο Χάρης δέχτηκε ένα χτύπημα στην πλάτη. Έπεσε βαριά κάτω στο έδαφος, φτύνοντας αίμα. Ο πόνος ήταν οξύς, αβάσταχτος. Σκέφτηκε την μικρή του αδερφή, σκέφτηκε την Χριστίνα. Που είσαι αδερφούλα? Πως βρέθηκα εδώ, στο χώμα κάτω? Πως ξεκίνησαν όλα αυτά? Θα πεθάνω, σε λίγο θα πεθάνω, σκέφτηκε, ο τρόμος να τον έχει καταλάβει. Ήταν αδύνατο να ξεφύγει. Πονούσε, ήταν χοντρός, ήταν δειλός, ήταν αδύνατο ακόμα και να τρέξει, δεν είχε κανέναν γύρω του. Μόνο εκείνη την πετσέτα που του έδωσε εκείνος ο άγνωστος. Την τύλιξε με κόπο γύρω από το κεφάλι του και σηκώθηκε ξανά στα γόνατα του. Γύρω του επικρατούσε ένα κανονικό πεδίο μάχης. Κάποιοι φώναζαν σπαρακτικά πως είχαν τραυματιστεί και είχαν ανάγκη από βοήθεια. Διέκρινε άτομα που μετέφεραν μπουκάλες οξυγόνου. Όλα θα τελείωναν σε λίγο, το μαρτύριο θα λάμβανε τέλος…

Και τότε ακούστηκαν οι καμπάνες.

Τότε αντήχησε μια γνώριμη μελωδία απ’ τα παλιά. Ξεχύθηκε απ’ τα μεγάφωνα και απλώθηκε παντού, κάλυψε τον νυχτερινό ουρανό σαν κύμα. Ήταν από εκείνες τις απαγορευμένες. Εκείνες που αγαπούσε να ακούει στα κρυφά, τα βράδια που έμενε μόνος στο δωμάτιο του, τα βράδια που έπλαθε ποιήματα…

Με τόσα φύλλα σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
Με τόσα φλάμπουρα λάμπει, λάμπει ο ουρανός
Και τούτοι μεσ’ τα σίδερα, και κείνοι μεσ’ το χώμα…

Ήταν οι στίχοι από την Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου. Ήταν το τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη. Και ο κόσμος γύρω από τον Χάρη τέντωσε τ’ αυτιά του. Κόσμος που πάσχιζε να σταθεί στα πόδια του, να αντέξει τα χτυπήματα των στρατιωτικών, να μη πνιγεί από τα δακρυγόνα. Ναι, ήταν οι καμπάνες. Ήταν οι δικές τους καμπάνες.

Σώπα όπου να ναι θα σημάνουν οι καμπάνες…

Ένας-ένας, οι φοιτητές άρχισαν να υψώνουν τις γροθιές τους. Καταμεσής των κραυγών, κάποιοι άρχισαν να τραγουδούν.

Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας…!


Όλο και περισσότεροι τραγουδούσαν. Και με ανανεωμένο το ηθικό ανόρθωσαν τα λαβωμένα σώματα τους, έτοιμοι για έναν ακόμα γύρο. Η μάχη δεν είχε τελειώσει ακόμα.


Και τότε ο Χάρης είδε την Ειρήνη. Πίσω στο πλήθος, μέσα στους καπνούς. Ήταν εκεί, καταμεσής ενός μπλόκου φοιτητών, πλάι στον μισοκατεδαφισμένο τοίχο. Οι μισοί είχαν βγάλει τα πουκάμισα τους και τα ανέμιζαν σαν φλάμπουρα. Κάποιοι προσπαθούσαν να φύγουν, να σωθούν. ΄Άλλοι πάλευαν με τις δυνάμεις καταστολής. Και ανάμεσα τους η Ειρήνη, η όμορφη Ειρήνη, εκείνης που είχε χαράξει στα δέντρα τ’ όνομα της…

Μόνο που τώρα το πρόσωπο της είχε μελανιές από χτυπήματα. Τα μαλλιά της ανάστατα, τα ρούχα της μέσα στη σκόνη. Το ένα της μάτι ήταν κλειστό. Και τα γυαλιά της, είχε χάσει τα γυαλιά της. Και ένας λοκατζής να την ξυλοφορτώνει με μια αλυσίδα, μεγάλη σαν σανίδα.

Κάτω απ’ το χώμα μες στα σταυρωμένα χέρια τους
Κρατάνε της καμπάνας το σκοινί
Προσμένουνε την ώρα, προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση…

Ο Χάρης συνάντησε το βλέμμα της. Τα μάτια της αστραποβόλησαν. Μπόρεσε να διακρίνει τη λάμψη τους μέσα στο σκοτάδι. “Αλήτες, που θέλετε και δημοκρατία!”, άκουσε κάποιους ένστολους γύρω του, ενώ έδερναν τους φοιτητές. Οι αλήτες. Τα σιχάματα. Οι χαραμοφάηδες. Οι ασεβείς… Το χέρι του πατέρα του, ενώ κόβει το κρέας, με σιγανές, μετρημένες κινήσεις. “Πρέπει να νοιαστείς για το μέλλον σου”. Το χαμηλωμένο βλέμμα της μητέρας του. Η σιωπή. Η συγκατάβαση. Το ραδιόφωνο που παίζει ένα τραγούδι, ένα τραγούδι που μιλά για θάλασσες. “Στην κοινωνία υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Εκείνοι που σέβονται τα πεπραγμένα και λένε ευχαριστώ… και οι υπόλοιποι…”. Τα ποιήματα που έγραφε τα βράδια, ακούγοντας μουσική που δεν έπρεπε να ακούει. Τα ποιήματα που έγραφε έχοντας την Ειρήνη στο μυαλό του. Την όμορφη Ειρήνη.

Ο πατέρας του φέρνει το κρέας στο στόμα του, το μασουλάει. Ο άντρας των ΛΟΚ υψώνει την αλυσίδα. Η Ειρήνη κλείνει σφιχτά τα μάτια.

Τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας
Δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει… 
Δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει…
Δεν μπορεί κανείς….








“ΠΙΣΩ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!”, αντήχησε σαν κεραυνός η φωνή του Χάρη. Ξεχύθηκε μπρος σαν από κανόνι, σαν φωτοβολίδα, σκίζοντας το πουκάμισο του, η κοιλιά του γυμνή να χοροπηδάει πάνω κάτω. Δεν σκεφτόταν τίποτα, δεν τον ένοιαζε τίποτα, τυφλή μανία τον είχε καταλάβει. Έτρεξε ημίγυμνος κατά πάνω στους λοκατζήδες που είχαν περικυκλώσει την Ειρήνη. Τα χέρια του απλωμένα σαν δαγκάνες, έτοιμα να γραπώσουν και να κατασπαράξουν όποιον ερχόταν αντιμέτωπος τους. Βγήκε στη μάχη σαν λιοντάρι που βρυχάται.

Έριξε όλον τον όγκο του σώματος του πάνω στους ξαφνιασμένους λοκατζήδες και μαζί έπεσαν στο έδαφος. Τους γρονθοκόπησε, δέχτηκε τα χτυπήματα τους, μα συνέχιζε χωρίς σταματημό. Η Ειρήνη έκανε παραπέρα. Ο Χάρης, σαν λυσσασμένο, λαβωμένο θηρίο, ύψωσε το πρόσωπο του, πασαλειμμένο απ’ το αίμα και το χώμα, και την κοίταξε. Για μια στιγμή μονάχα.

Η Ειρήνη τον κάρφωσε με το βλέμμα της, και στα μάτια της είδε κάτι που δεν είχε δει ποτέ του μέχρι τώρα. Κάτι υπέροχο, κάτι μοναδικό, κάτι αδύνατο να εκφραστεί με λέξεις. Κάτι που θα ήταν ικανό να τον ωθήσει να γράψει εκατοντάδες, χιλιάδες ποιήματα, όταν θα τελείωνε αυτή η ιστορία και θα επέστρεφε σπίτι του. Ποιήματα για μια ζωή. Χαμογέλασε ευτυχισμένος.

Και οι καπνοί πύκνωσαν πάλι γύρω απ’ το Πολυτεχνείο.

Μια παρένθεση, μια αφορμή: Αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη

Για δες, βγήκε μεγάλη πάλι η ιστορία μου. Δεν το περίμενα.

Είναι περίεργο τι μπορεί να σου προκαλέσει ένα τραγούδι, ή μια σειρά τραγουδιών. Συναισθήματα, σκέψεις… συχνά μπορεί να πλάσει ιστορίες ολόκληρες. Το κείμενο αυτό το έγραψα επηρεασμένος από την ραδιοφωνική παρουσίαση μου στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Μία παρουσίαση σε δύο μέρη. Την Πέμπτη ακούσαμε το πρώτο μέρος, μία εκπομπή που μου πήρε πάρα πολύ χρόνο να ετοιμάσω και είχε μεγάλη απήχηση στον κόσμο… Οι τέσσερις της ώρες όμως δεν επαρκούσαν, παρά για να καλύψω τα μισά από εκείνα που επιθυμούσα. Κι εδώ που τα λέμε, ένας Μίκης δεν χωράει σε μια εκπομπή μόνο.

Αυτήν την Πέμπτη λοιπόν, 30 του μήνα, θα ακολουθήσει το δεύτερο μέρος… Στο οποίο θα συζητήσουμε για την μουσική διαδρομή του Μίκη από τα χρόνια της Χούντας και μετά… Τα τραγούδια που απαγορεύτηκαν, τα τραγούδια που άκουγε ο κόσμος στα κρυφά… Τέτοια άκουγα και γω αυτές τις μέρες, ξανά και ξανά, και κάπου εκεί, στην καταχνιά της φαντασίας μου, σαν μέσα από τους καπνούς που έζωναν τους χώρους του Πολυτεχνείου, ξεπρόβαλε η φιγούρα του Χάρη.

Ήταν λες και τον έβλεπα μπροστά μου. Με τα παχουλά του μάγουλα και το ονειροπαρμένο βλέμμα του.

Γιατί αυτή είναι η δύναμη της μουσικής που ξεπερνάει τα όρια της καλλιτεχνικής έκφρασης και μετατρέπεται σε τεκμήριο συλλογικής μνήμης…. Γιατί ποιός είπε πως η πάνω ιστορία είναι απαραίτητα “φανταστική”? Ποιός μπορεί να πει με σιγουριά πως ο Χάρης, η Ειρήνη, και οι υπόλοιποι χαρακτήρες δεν υπήρξαν? Ίσως να είχαν διαφορετικά ονόματα… μα ήταν εκεί.

Σας περιμένω να τα πούμε ξανά λοιπόν, αυτήν την Πέμπτη, από τις 22.00 ως αργά, από την συχνότητα των CReatures και την μοναδική μας εκπομπή… Να είστε όλοι εκεί!

Link σταθμού

Ιδού και η ηχογραφημένη εκπομπή αυτής της Πέμπτης, σε δύο μέρη, για όσους την έχασαν. Μια εκπομπή στην οποία καλύψαμε ένα σημαντικό μέρος της μουσικής και βιογραφικής διαδρομής του Μίκη, ως το 1966. Ήταν εκεί ο Μπιθικώτσης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης, οι παλιές ελληνικές ταινίες, η Μαίρη Λίντα, η Φαραντούρη, μα και η Edith Piaf, οι Beatles και η συμφωνική μουσική… Αυτά συζητώντας παράλληλα για τα δραματικά ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την συλλογική μνήμη, από τον Εμφύλιο και την Μακρόνησο στους Αγώνες της δεκαετίας του ’60. Θα ανεβάσω και το δεύτερο μέρος με το καλό, όταν ολοκληρωθεί.

Μίκης Θεοδωράκης – Μέρος 1α

Μίκης Θεοδωράκης – Μέρος 1b

Για μισό λεπτό όμως. Πως τελειώνει η ιστορία μας? Τι έγινε μετά? Δεν σας είπα, και είναι λογικό να απορείτε…

Πάμε να δούμε το φινάλε λοιπόν.

Επίλογος

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.

Η Ειρήνη ποτέ δεν θα ξεχνούσε τις αγωνιώδεις εκείνες στιγμές, το βράδυ που φαινόταν όλα να τελειώνουν. Θυμόταν τον αρχικό ενθουσιασμό, τις φίλες της με τις οποίες είχαν πάει παρέα στο Πολυτεχνείο, θυμόταν τα τραγούδια, τα συνθήματα… Μα και την πύλη που έσπαγε, τα τανκς, τα οδοφράγματα, εκείνον τον κομπογιαννίτη γιατρό που είχε μπει και ήταν απεσταλμένος της χούντας, τους άλλους, τους αληθινούς, που έρχονταν από μόνοι τους και παρείχαν πρώτες βοήθειες… Θυμόταν πως φυγαδεύτηκε στο τέλος, πως βρήκε καταφύγιο σε ένα φιλικό διαμέρισμα στην Πατησίων, στο οποίο είχαν μαζευτεί γύρω στους τριάντα φοιτητές, πως είχαν βγάλει μαζί εκεί την νύχτα, μέσα στο σκοτάδι, στη σιωπή, με τις καρδιές τους να χτυπάνε ρυθμικά…

Θυμόταν τους γονείς της, πως την είχαν σφίξει με δάκρυα στην αγκαλιά τους, όταν την είδαν ξανά μετά από μέρες. “Είχαμε κατέβει και μεις, ήμασταν με το πλήθος έξω από το Πολυτεχνείο, τραγουδούσαμε μαζί σας”, της φανέρωσαν συγκινημένοι.

Κάποιοι θα έλεγαν, πολλά χρόνια μετά, πως το Πολυτεχνείο ήταν μια εξέγερση που απέτυχε. Πως δεν είναι βέβαιο αν υπήρξαν θύματα, και πόσα ήταν αυτά. Πως τα γεγονότα διαστρεβλώθηκαν, εξυπηρετώντας διάφορα συμφέροντα.

Η Ειρήνη όμως ήταν εκεί. Και αν η ίδια δεν είδε με τα μάτια της κάποιον νεκρό, είδε όμως αίμα, πολύ αίμα. Είδε ανθρώπους πεσμένους κάτω. Είδε άλλους που αναζητούσαν απεγνωσμένοι πρώτες βοήθειες. Είδε δεκάδες τραυματίες. Έζησε τον φόβο, τον τρόμο και την αγωνία αποτυπωμένη στα μάτια του κόσμου, όταν εισέβαλε ο στρατός. Είδε με τα μάτια της τους χιλιάδες κόσμου που είχαν μαζευτεί και διαδήλωναν, μέρα με τη μέρα, έξω από τους χώρους της σχολής. Έχει τόση σημασία πόσοι ήταν οι νεκροί, αν ήταν τρεις, πέντε, ή πενήντα? Λες και η βία της καταστολής, από μόνη της, δεν είναι αρκετή.

Δεν ήταν το Πολυτεχνείο εκείνο που έριξε την Χούντα. Έπεσε η ίδια από την εγγενή πολιτική βλακεία της, λίγους μήνες μετά. Αν όμως απέτυχε η εξέγερση του Πολυτεχνείου σε επίπεδο πρακτικό, η Ειρήνη διερωτάται τι θα είχε συμβεί αν κανείς δεν είχε κάνει τίποτα. Αν είχαν μείνει όλοι σπίτια τους. Αν κανένας δεν είχε υψώσει τη φωνή του. Τότε θα μιλούσαμε για μια αποτυχία συνειδήσεων, μια πλήρη αμαύρωση του ήθους και του πνεύματος ενός ολόκληρου λαού. Έναν λαό που μια χούφτα ανθρώπων, μια μειοψηφία ουσιαστικά, τον έβγαλε ασπροπρόσωπο. Αυτή η αποτυχία, η ηθική, μερικές φορές είναι η χειρότερη.

Τέτοια σκέφτεται η Ειρήνη. Και είναι ικανοποιημένη, τώρα, χρόνια μετά, που σε αντίθεση με ορισμένους, δεν εκμεταλλεύτηκε την παρουσία της στο Πολυτεχνείο. Δεν επεδίωξε να κάνει καριέρα απ’ αυτό. Δεν προσπάθησε να μετατρέψει το γεγονός σε αφορμή για εορτασμούς και επετείους… Οι μνήμες της ήταν αρκετές, και οι μνήμες ήταν επώδυνες. Δεν έχει ξεχάσει όμως την συντροφικότητα εκείνων των ημερών. Τους φοιτητές που συμπαραστέκονταν ο ένας στον άλλον, τους εργάτες και τους πολίτες που πρόσφεραν με όποιον τρόπο μπορούσαν την βοήθεια τους.

Θυμάται ακόμα ένα παλικάρι. Τον θυμάται πολύ καλά, λες και τον βλέπει μπροστά της…

Ήταν εκείνο το παχουλό παιδί… Εκείνο το παιδί με την απαλή φωνή. Είχαν μιλήσει καναδυο φορές, πριν το Πολυτεχνείο, και θυμόταν το ζεστό χαμόγελο του, τα γλυκά του μάτια. Έδειχνε κάπως ατσούμπαλος και ντροπαλός… Της μιλούσε και χαμήλωνε το πρόσωπο του. Μέχρι εκείνο το βράδυ. Μέχρι το βράδυ που μπήκε μέσα το άρμα, τότε που έπεσε η πύλη. Είχε κάνει πάλι την εμφάνιση του, ξαφνικά, μπροστά της, μέσα απ’ τους καπνούς. Την είχε καρφώσει με το βλέμμα του, και το βλέμμα του πέταγε σπίθες… Όρμησε πάνω στους λοκατζήδες, σαν μπουλντόζα, με τις δαγκάνες απλωμένες… Η φωνή του ήταν βροντερή, διαπερνούσε την σιωπή, τρόμαζε κάθε βολεμένο. Της έδωσε έτσι την δυνατότητα να διαφύγει, να ανοίξει ένα πέρασμα από το πλήθος του κόσμου και, μαζί με άλλους φοιτητές, να καταφύγουν στους δρόμους της νύχτας.

Ποτέ δεν άκουσε ξανά γι’ αυτόν τον φοιτητή. Θυμόταν όμως το όνομα του.

Ήταν μια ηλιόλουστη, ανοιξιάτικη μέρα. Η Ειρήνη είναι πια μητέρα, με οικογένεια και παιδιά, και τα παιδιά της είναι φοιτητές με τη σειρά τους. Κάνει τη βόλτα της σ’ ένα πάρκο, κοντά στα παλιά της τα λημέρια. Στ’ ακουστικά που φοράει αντηχούν όμορφες μελωδίες, τα τραγούδια του Μίκη και του Μάνου.

Μετά από ώρα καταφτάνει σ’ ένα γερό, ρωμαλέο, ανθόσπαρτο δέντρο. Τα πουλιά είχαν κάνει άφθονες φωλιές μέσα στα κλαδιά του, το δέντρο αντηχούσε από τα τραγούδια τους. Η Ειρήνη στέκεται, το κοιτάζει ώρα. Ακούει τη μουσική, θυμάται τα παλιά. Αισθάνεται συγκινημένη.

Κάποια στιγμή λοιπόν βγάζει ένα λεπτό μαχαίρι. Πλησιάζει τον κορμό… Και χαράζει πάνω του ένα όνομα. Ήταν το όνομα εκείνου του παιδιού. Του παιδιού με την απαλή φωνή και τα ζεστά, όμορφα μάτια. Τα μάτια που πετούσαν σπίθες.

Χάρης

Το δέντρο σα να στέναξε από ικανοποίηση. Ίσως πάλι ήταν η ιδέα της. Η Ειρήνη άνοιξε την τσάντα, έβαλε μέσα πάλι το μαχαίρι, την έκλεισε. Κοίταξε μια τελευταία φορά το δέντρο και, χαρούμενη, πήρε τον δρόμο του γυρισμού.

Στο ίδιο δέντρο, στην πίσω πλευρά του, 40 χρόνια πριν, ο Χάρης είχε χαράξει το όνομα της.

Tags: , , , , , , , ,

7 Responses

  1. οτι και να γραψει κανεις για τον Μικη μας, ειναι λιγο αλλα εδω δε ταιριαζεια υτο
    αυτ που εγραψες και που θα ξαναδιαβασω τωρα με πιοτερη προσοχή ακουγωντας και το τραγουδι που παντα με συγκινεί, δεν ειναι λίγο, ειναι μεγάλο
    να σαι καλα

    • Ευχαριστώ φίλε άσωτε, δεν έχω να συμπληρώσω κάτι, πέρα από το ότι αυτή ακριβώς η συγκίνηση της μουσικής του Μίκη ήταν που με ώθησε να γράψω αυτό το κείμενο. Την καλησπέρα μου 🙂

  2. Εξαιρετική η ανάρτησή σου-αφιέρωμα-για το ΘΕΟ μας τον Μίκη και το πολυτεχνείο που πολλοί έχουν ξαχάσει..Η ιστορία σου,τα κείμενά σου απόλυτα δομημένα και με συνεχή ροή που καθηλώνει με πάθος και ευαισθησία.Σέυχαριστώ που γράφτηκες μέλος μου-σε είδα στα μέλη-χωρις να με γνωρίζεις..πέρνα να με διαβάσεις όποτε έχεις την διάθεση!!συγχαρητήρια και καλό απογευματάκι!!

  3. Εγώ σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια! Εννοείται θα περάσω και θα περνάω. 😉 Την καλησπέρα μου :)))

  4. Καλησπέρα.Καλωσόρισες στον ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ..ΜΟλις ηρθα και εγω στο δικό σου μπλογκοσπιτο..Θα χαρώ να τα λέμε..Ευχαριστώ

  5. Φίλε μου αγαπητέ σέυχαριστώ που μέπισκέφτηκες στο μπλογκ μου..μάλλον δεν θα διάβασες όλη την ανάρτηση που έκανα απόψε..όταν λέω για ήρωες που δεν φανήκανε στην πόλη δεν εννοώ φυσικά τον εξαθλιωμένο λαό της χώρας μας που είναι σούπερ ήρωας,αλλά γιαυτούς που τόσα χρόνια όχι μόνο δεν φάνηκαν,αλλά κορόιδεψαν τον ελληνικό λαό…η Αθήνα για μένα είναι μιά πόλη που κανένας δεν σεβάστηκε..και αυτό πέρασα και στο ποίημά μου..καλό βραδακι και ευχαριστώ!

    • Ασφαλώς και κατάλαβα τι θες να πεις, το σχόλιο μου ήταν γενικό, μια σκέψη που έκανα με αφορμή το ποίημα σου: Η πόλη, κάθε πόλη πιστεύω, είμαστε οι κάτοικοι της. Δεν χρειάζεται η οποιαδήποτε διευκρίνηση από την πλευρά σου, υπήρξες κατατοπιστικότατη.

      Ξανά καληνύχτες! 😛

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *


Notice: Trying to access array offset on value of type null in /usr/www/users/tofoni/wp-content/plugins/wp-optimize-premium/wp-optimize.php on line 1892